Πώς να μιλήσεις στο παιδί σου αν κάποιος στην οικογένεια νοσεί με καρκίνο (οδηγός ανά ηλικία)
Πρακτικός οδηγός για το πώς μιλάμε στα παιδιά για τον καρκίνο στην οικογένεια, ανά ηλικία.
Και έρχεται εκείνη η ώρα που ένα μέλος της οικογένειας νοσεί με καρκίνο. Μία ασθένεια που στο άκουσμά της τρομάζουν οι ενήλικες καθώς οι ασθένειες είναι ένας από τους ισχυρούς σημαντικούς ψυχολογικούς παράγοντες που προκαλούν έντονο στρες αλλά και φόβο. Πόσο μάλλον στα παιδιά, όπου αν πρόκειται για την ασθένεια του γονιού, ο φόβος είναι ακόμη μεγαλύτερος και δυσκολότερος να αντιμετωπιστεί λόγω της ανασφάλειας που προκαλείται. Αρκετοί είναι οι γονείς που προτιμούν να μην πουν τίποτα για να μην τα στενοχωρήσουν. Κατανοητό από τη μία πλευρά. Είναι γεγονός όμως ότι τα αγγελούδια σας έχουν ευαίσθητες κεραίες και «πιάνουν σήματα στον αέρα» ότι «κάτι δεν πάει καλά». Κάτι που είναι χειρότερο από το να τους μιλήσετε και να τους εξηγήσετε, καθώς κάνουν τα χειρότερα σενάρια στη φαντασία τους, ενώ είναι πιθανό να προκαλέσουν ακόμα και ενοχικά συναισθήματα με αποτέλεσμα να στρεσάρονται πολύ περισσότερο.
Η Μαρία Μενούνος μιλά για τον καρκίνο, το έντονο ένστικτό της που την έσωσε και τη μητρότητα
Πράγματι, τα παιδιά παρατηρούν και αντιλαμβάνονται τις αλλαγές που επέρχονται στην καθημερινότητα, όπως και την ψυχοσυναισθηματική κατάσταση των γονιών τους. Κοινώς, δεν μπορείτε να τους κρυφτείτε.
Πώς μιλάμε στα παιδιά ηλικίας 5–8 ετών
Τα παιδιά σε αυτή την ηλικία στέκονται περισσότερο στο πρακτικό κομμάτι και βλέπουν τον κόσμο όπως τους παρουσιάζεται. Πιάνουν τα σήματα που εκπέμπονται γύρω τους και αν δεν τους δοθεί εξήγηση, θα την δώσουν μόνα τους μέσα από την φαντασία τους. Αν λοιπόν αντιλαμβάνονται ότι κάτι συμβαίνει, το πιθανότερο είναι να το συμπληρώσουν φαντασιωσικά – και έχουν πλούσια φαντασία – καταλήγοντας πολλές φορές σε ενοχικά συναισθήματα «Και αν φταίω εγώ επειδή δεν ήπια το γάλα μου;». Λογικό από τη μία εφόσον δεν μπορούν να κατανοήσουν τι ακριβώς σημαίνει ασθένεια-η μόνη τους εμπειρία είναι οι δικές τους ιώσεις.
Σε αυτή την ηλικιακή περίοδο, χρειάζεται να ειπωθεί με απλές λεξούλες, σύμφωνες με το λεξιλόγιο του παιδιού δηλαδή και ηρεμία το τι συμβαίνει. Θα ονοματίσουμε την ασθένεια – άλλωστε κάτι θα ακούσει και από μόνο του αν δεν του το πείτε και θα είναι χειρότερα. Προσοχή χρειάζεται στο να μην δραματοποιήσουμε την κατάσταση, να μην αρχίσουμε να κλαίμε εκείνη την ώρα και να τους τονίσουμε ότι εκείνα δεν φταίνε για την ασθένεια του γονιού ή των παππούδων του. Προσοχή επίσης χρειάζεται όχι μόνο στα λόγια που θα χρησιμοποιήσετε αλλά και στον τόνο της φωνής και στις σωματικές σας αντιδράσεις. Θα τους εξηγήσετε ότι θα χρειαστεί θεραπεία από τους γιατρούς που θα φροντίσουν τον γονιό στο νοσοκομείο και για αυτό θα χρειαστεί κάποιες φορές να λείψει για λίγες μέρες από το σπίτι. Επίσης, όταν θα επανέλθει στο σπίτι, το πιο πιθανό είναι ότι θα νιώθει κουρασμένος αλλά θα είναι εκεί οι κοντινοί άνθρωποι που θα φροντίσουν και τον γονιό αλλά και το ίδιο το παιδί.
Γιατί οι νεαρές γυναίκες έχουν σχεδόν διπλάσιες πιθανότητες να διαγνωστούν με καρκίνο
Θα προσέξετε να μην διαταραχθεί η σταθερότητα που δίνει ασφάλεια στα παιδιά, άρα θα χρειαστεί να συνεχίσουν να πηγαίνουν στο σχολείο και την καθημερινή τους ρουτίνα γενικότερα.
Πώς μιλάμε στα παιδιά 9–14 ετών
Εδώ τα παιδιά είναι μεγαλύτερα, έχουν μπει στην εφηβεία, ζητούν όλο και περισσότερη γνώση για ότι συμβαίνει γύρω τους. Μάλιστα είναι σε αυτή την ενδιάμεση φάση που δεν είναι ούτε παιδιά ακριβώς αλλά ούτε και μεγάλοι. Δυστυχώς είναι η ηλικία αυτή που και οι μεγάλοι από την μία τα θεωρούν μικρά για να τους εξηγήσουν την κατάσταση αλλά από την άλλη περιμένουν να κατανοήσουν και να μην είναι απαιτητικά αυτό το διάστημα που ο γονιός νοσεί.
Χρειάζεται λοιπόν να ξέρουν την αλήθεια, όχι με πολλές λεπτομέρειες και πάλι αλλά με περισσότερα φυσικά στοιχεία από την προηγούμενη ηλιακή ομάδα. Μπορούν να κατανοήσουν τι κάνει μία ασθένεια σωματικά και τι η θεραπεία της. Προσοχή χρειάζεται στο να μην τους δώσετε περισσότερες λεπτομέρειες από όσες μπορούν να αντέξουν, εκτός αν σας ρωτήσουν όπου θα πρέπει να τους πείτε λίγα πράγματα περισσότερα γιατί αν αρνηθείτε το μυαλό τους θα πάει στο χειρότερο – και μην ξεχνάμε ότι ο ψυχικός κόσμος του εφήβου είναι εύθραυστος. Για να μην κάνουν σκέψεις ότι θα χάσουν τον γονιό και να στενοχωριούνται μόνα τους – γιατί ασφαλώς και δεν θέλουν να επιφορτίσουν την κατάσταση είναι πιθανό να εκδηλώσουν το άγχος, τον φόβο και την στενοχώρια τους μέσα από σωματικές εκδηλώσεις: πχ, διάρροιες, κοιλόπονο, στομαχόπονο, εμέτους, πονοκεφάλους, δυσκολίες στον ύπνο ή/και στη διατροφή, κλπ.
Σημαντικό εδώ είναι να τα ρωτήσετε πώς νιώθουν, χωρίς να πρέπει να κάνουμε κάτι για να μην στενοχωριούνται και ακυρώνουμε τα συναισθήματά τους, αντίθετα μάλιστα να τους πούμε ότι είναι φυσιολογικό να νιώθουν όλα αυτά: φόβο, θυμό, στενοχώρια, κλπ . Απλά κάποιες φορές τα ακούμε μόνο χωρίς να πούμε κάτι περισσότερο ή να τα κάνουμε να νιώσουν καλά.
Πώς μιλάμε στα παιδιά 15-18 ετών
Εδώ απευθυνόμαστε στις μεγαλύτερες ηλικίες, ακόμα έφηβοι αλλά ικανοί να καταλάβουν σχεδόν τα πάντα. Προφανώς και γνωρίζουν τι σημαίνει ο καρκίνος και για αυτό χρειάζεται μεγάλη προσοχή να μην τους υποτιμήσουμε και τους λέμε είτε μισές αλήθειες, είτε περιγράφουμε ωραιοποιημένες καταστάσεις. Και πάλι χρειάζεται να μην δραματοποιούμε καταστάσεις αλλά και να μην τους φορτώνουμε με οτιδήποτε επειδή είναι μεγαλύτερα παιδιά και μπορούν να αντέξουν. Ο ψυχικός κόσμος του εφήβου όπως προανέφερα είναι ευαίσθητος: από τη μία ζητάει την αλήθεια και τον σεβασμό μέσα από αυτήν και από την άλλη δεν σημαίνει ότι αντέχει συναισθηματικά όσα καταλαβαίνει. Είναι φυσιολογικό να νιώθουν φόβο, να θυμώσουν, να μιλήσουν για αδικία, και πόσα ακόμα άλλα συναισθήματα που δεν ξέρουν πως να τα εκφράσουν, ενώ καραδοκεί και ο φόβος μήπως τελικά ο γονιός δεν βγει νικητής στη μάχη με την επάρατη νόσο.
Η επιστημονικά τεκμηριωμένη λοιπόν προσέγγιση είναι υπέρ της ειλικρίνειας – ανάλογα βέβαια την ηλικία του κάθε παιδιού, υπέρ της συναισθηματικής διαθεσιμότητας και του διαλόγου με επεξηγήσεις, χωρίς πολλές βέβαια λεπτομέρειες, απλά μόνο με γνώση.
Αν καταλάβουμε ότι το παιδί μας – ή εμείς οι ίδιοι δεν μπορούμε να διαχειριστούμε την δύσκολη αυτή κατάσταση, η βοήθεια ειδικού κρίνεται απαραίτητη.
Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια, μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Αγωγής Ψυχικής και Σεξουαλικής Υγείας