Το παραμύθι της εβδομάδας: «Ο Λουκάνικος και τα καβουράκια!»

Είπαμε, ο Βαγγέλης έχει πλέον σκύλο. Τον Άρη. Είναι ένα κοντούλικο και σκανταλιάρικο Μπασέ Χάουντ. Καφέ με μαύρο. Σκέτη γλύκα – έτσι θέλει να πιστεύει ο Βαγγέλης.

Αλλά, όλοι οι άλλοι του λέγανε όταν τον πήρε ότι μοιάζει με λουκάνικο, κι έτσι του έμεινε το παρατσούκλι. Λουκάνικος. Έτσι κι αλλιώς όμως ο εξαιρετικός αυτός σκύλος, ακούει και με τα δύο ονόματα! Σα να έχει όνομα και επώνυμο ένα πράγμα. Άρης – Λουκάνικος.
Ο Βαγγέλης πολύ τον αγαπάει το σκύλο του. Για να πούμε την αλήθεια, ο Λουκάνικος δεν ήταν ακριβώς ό,τι φανταζόταν όσον καιρό περίμενε να του πάρουν οι γονείς του ένα κατοικίδιο και μάλιστα έναν σκύλο. Με την αστεία του εμφάνιση, αφού είναι κοντός, με μακρύ σώμα, στραβά ποδαράκια και αυτιά τόσο μακριά που ... "σφουγγαρίζουν" το πάτωμα, ίσως να μην γινόταν εύκολα αποδεκτός από τον κόσμο γύρω του.

Αποδείχτηκε όμως ότι ο – τότε – Άρης ήταν πολύ τρυφερός με όλη την οικογένεια και ιδιαίτερα αφοσιωμένος στον Βαγγέλη, και σε λίγο καιρό όλοι τον είχαν αγαπήσει, ακόμη κι η μεγαλύτερη-στριμμένη-τον-περισσότερο-καιρό αδελφή του Βαγγέλη, η Ειρήνη.
Με τον καιρό, εκπαιδεύτηκε ο Άρης – αλλά και ο Βαγγέλης – κι από άτακτο κουτάβι έγινε ένα πολύ καλό και υπάκουο σκυλί. Και ο καλύτερος τετράποδος φίλος που θα μπορούσε ποτέ να έχει μία οικογένεια. Μέχρι και η Ειρήνη το παραδεχόταν αυτό.
«Μπαμπά, πότε θα πάμε διακοπές;» ρώτησε μια μέρα η Ειρήνη το μπαμπά τους, αμέσως σχεδόν μόλις έκλεισαν τα σχολεία. Ανυπομονούσε να δείξει σε όλους το καινούριο της μαγιό.

«Α, αργούμε ακόμη να πάρουμε άδεια – και καλύτερα δηλαδή, έτσι θα τις ευχαριστηθούμε τις διακοπές μας πολύ περισσότερο!» ο μπαμπάς έβλεπε πάντα αισιόδοξα τα πράγματα αλλά η Ειρήνη έπεσε σε απελπισία μαύρη. Τι να το κάνει το μαγιό να κρέμεται στη ντουλάπα; Κι είχε νεύρα και μούτρα όλη την υπόλοιπη εβδομάδα.

Ο Βαγγέλης πάλι, τρελαίνεται για τη θάλασσα, όπως όλα τα κανονικά παιδιά. Μα δεν το νοιάζει κι αν φορά το προπέρσινο μαγιό του – εφόσον του κάνει δηλαδή. Εκείνου του έλειπε περισσότερο το παιχνίδισμα με τα κύματα, το να χτίζει κάστρα στην άμμο. Ακόμη κι η φωνή της μαμάς "αντηλιακό βάλατε;" του έλειπε. Αλλά αυτός, νεύρα δεν είχε. Ήταν υπομονετικό παιδί.

Έτσι, όταν την επόμενη Κυριακή τους ξύπνησε ο μπαμπάς από τα χαράματα – στην κυριολεξία! – για να πάνε να κάνουν – λέει – την πρώτη τους βουτιά για φέτος, και τα δύο παιδιά άρχισαν να χοροπηδάνε και να τσιρίζουν από την λαχτάρα τους. Και ετοιμάστηκαν πολύ γρήγορα – γεγονός που για την μεγαλύτερη-στριμμένη-τον-περισσότερο-καιρό αδελφή του Βαγγέλη, είναι μεγάλο θαύμα, αφού τις περισσότερες φορές είναι η μόνιμα καθυστερημένη στην οικογένειά τους.

Για πότε ο Βαγγέλης μάζεψε βατραχοπέδιλα, μάσκα, αναπνευστήρα και κουβαδάκια, για πότε φόρεσε μαγιό και καπέλο και σορτσάκι, ούτε που το κατάλαβε. Ευτυχώς, θυμήθηκε να πάρει μαζί του τον Άρη – βουτιά χωρίς τον καλύτερο φίλο του δε γίνεται, γίνεται;

Ο Άρης, πέρσι που είχε δει για πρώτη φορά τη θάλασσα, έκανε σαν τρελός από τη χαρά του και αποδείχτηκε άριστος κολυμβητής! Ο καημένος ο Βαγγέλης έβαζε τα δυνατά του για να τον προλαβαίνει, γιατί ξανοιγόταν αρκετά και δεν υπάκουε εύκολα στην εντολή "γύρνα πίσω Άρη" που του έδιναν.

Μα ο Άρης είχε κι ένα άλλο καλό: μπορούσε να σκάβει λακκούβες στην άμμο με την πιο γρήγορη μέθοδο του κόσμου – κάτι εξαιρετικά σημαντικό για ένα αγόρι που θέλει να χτίσει ένα σωρό κάστρα. Τα μικρά πόδια του σκυλάκου δεν τον εμπόδιζαν να είναι πολύ σβέλτος σε αυτό το ... "άθλημα".

Φτάνοντας βέβαια στην παραλία – που ακόμη ευτυχώς δεν είχε πολύ κόσμο – τόσο ο Άρης – Λουκάνικος όσο και τα παιδιά, έπρεπε να υποστούν την διάλεξη της μαμάς και του μπαμπά, για τους κανόνες που έπρεπε να τεθούν για την ασφάλειά τους.
«Αντηλιακό θα βάζετε κάθε μισή ώρα» είπε η μαμά «είναι το πρώτο σας μπάνιο και αν δεν το κάνετε, θα καταντήσετε ροδοκόκκινοι και με τσουρουφλισμένο δέρμα που τσούζει και καίει. Ο οργανισμός σας δεν έχει αρχίσει να παράγει τη μελανίνη που σας χρειάζεται για να γίνετε σοκολατένιοι, άρα θα πρέπει να τον βοηθήσετε και να τον προστατεύσετε». Η Ειρήνη σκεφτόταν από μέσα της πως θα ήθελε να μείνει όλη μέρα ξάπλα κάτω από τον ήλιο και να γίνει σοκολατένια μέσα σε ένα πρωινό. Το πορτοκαλί μαγιό της θα έδειχνε πολύ ωραιότερο έτσι! Στράβωσε τα μούτρα της λοιπόν για την αναγκαστική χρήση του αντηλιακού – ήξερε πως η μαμά θα κοίταζε ολοένα το ρολόι της για να μην ξεχαστούν οι ίδιοι – μα η μαμά συνέχισε απτόητη.

«Και καπέλα. Θα τα φοράτε συνέχεια. Μπορείτε να κάνετε βουτιές, να κολυμπάτε, να παίζετε, αλλά το καπέλο καλά θα κάνει να μείνει φυτεμένο στα κεφάλια σας! Εύκολα μπορείτε να πάθετε ηλίαση και πιστέψτε με, δεν θα σας αρέσει καθόλου!»
Ο Βαγγέλης αναστέναξε. Αν δεν τελείωναν οι οδηγίες της μαμάς σύντομα, θα πάθαιναν ηλίαση μέσα στο αυτοκίνητο κι όχι στην παραλία! Ο Άρης ήταν κι αυτός ανήσυχος και δε στεκόταν σε μια μεριά. Η μυρωδιά της θάλασσας είχε φτάσει το μουσούδι του και του θύμισε τα ατελείωτα περσινά παιχνίδια.
Ο Βαγγέλης αναστέναξε ξανά. Λίγο ακόμη η μαμά θα έβαζε αντηλιακό, καπέλο και γυαλιά ηλίου και στον Άρη. Γούστο θα είχε! Αχ ... πόσο τον καταλάβαινε τον καημένο τον Λουκάνικο ! Πόσο ήθελε κι ο ίδιος να ανοίξει την πόρτα του αυτοκινήτου και να τρέξει ξέφρενα στην παραλία!

Μα, ο μπαμπάς πήρε εύκολα τη σκυτάλη των οδηγιών από τη μαμά. «Ήρθαμε εδώ σήμερα για να περάσουμε καλά όλοι!» Αυτό το "όλοι" το είπε πολύ έντονα, σα να είχε τρεις τόνους κι όχι έναν. «Που σημαίνει ότι δεν θα θέλαμε με τη μαμά σας να σας φωνάζουμε συνέχεια "μη το ένα" και "μη το άλλο" και να σας κυνηγάμε σε όλες τις κατευθύνσεις!»

«Μμμμ....» σκέφτηκε ο Βαγγέλης, «σιγά μη μας κυνηγήσει ο μπαμπάς! Αυτός θα ξαπλώσει στην πετσέτα του με το βιβλίο στο χέρι!» Αλλά απ' έξω του περιορίστηκε στο ν' ανταλλάξει ένα βλέμμα γεμάτο νόημα με την αδελφή του.

«Έτσι λοιπόν», συνέχισε ο μπαμπάς, «να είστε προσεκτικοί και να μην απομακρυνθείτε από κοντά μας, ούτε έξω από το νερό, ούτε μέσα στο νερό! Θα πηγαίνετε μέχρι εκεί που μπορούσε και να σας βλέπουμε αλλά και να σας φτάσουμε, αν χρειαστείτε την βοήθειά μας. Καταλάβατε;»

«Μάαααλιστα μπαμπά» απάντησαν τα δυο παιδιά σαν χορωδία και ο Λουκάνικος γαύγισε.
«Επίσης δεν θα καβγαδίζετε με το παραμικρό! Οι άλλοι άνθρωποι γύρω μας δε χρωστάνε τίποτε να υποστούν τις διαφωνίες και τις γκρίνιες σας!»

Και με αυτά τα λόγια ο μπαμπάς άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου, σημάδι εκκίνησης για την εξόρμηση στην παραλία, που τόσο περίμεναν όλοι τους. Πρώτος και καλύτερος ο Λουκάνικος που με έναν και μόνο πήδο βρέθηκε να τρέχει στην άμμο με ξέφρενη πορεία για το νερό! Ο Βαγγέλης δεν είχε καν προλάβει να πιάσει το λουρί του, όταν ο Άρης – Λουκάνικος γύρισε και τον καλούσε να πάει κοντά του γαβγίζοντας με χαρά.

Σε λίγο είχαν όλοι τακτοποιηθεί – μικροί, μεγάλοι και τετράποδοι, κι ετοιμάζονταν για την πρώτη βουτιά της χρονιάς! Ο σκύλος έτρεχε από τον ένα στον άλλο με χαρά και μετά έπαιζε λίγο με τα κύματα και ξαναρχόταν κατά το μέρος τους, λέγοντας με τον τρόπο του «γιατί αργείτε τόσο πολύ;»

Αχ, πόσο δροσερό είναι το νερό, πόσο γοητευτική αυτή η πρώτη βουτιά της χρονιάς! Τι μεγάλη απόλαυση! Ο Βαγγέλης πιστεύει ότι αυτό, το πρώτο μπάνιο, είναι το καλύτερο απ' όλα, μα δεν ξέρει να πει γιατί. Ίσως γιατί η θάλασσα του έχει λείψει τόσο πολύ όλο το χειμώνα. Η Ειρήνη καμάρωνε για το πορτοκαλί μαγιό της κι ολοένα έκανε βουτιές. Πόσο εύκολο είναι για μια κοπελίτσα να νιώσει γοργόνα!
Ο Λουκάνικος ήταν ο πρώτος που βγήκε από το νερό, ίσως και ο μόνος δηλαδή που άκουσε τις συμβουλές της μαμάς «μην καθίσετε πολύ ώρα στην αρχή, σιγά – σιγά, να μπαινοβγαίνετε». Τινάχτηκε καλά – καλά, κι άρχισε να μυρίζει την άμμο με ενδιαφέρον. Η μακριά του μουσούδα εξερευνούσε τα πάντα. Τις πέτρες, τον αφρό των κυμάτων, την άμμο, τις παντόφλες του Βαγγέλη, τα πέδιλα της Ειρήνης – αυτά τα τελευταία πολύ θα ήθελε να τα μασουλίσει και λίγο αλλά ο Λουκάνικος, σαν έξυπνος σκύλος που ήταν, θυμόταν την τελευταία φορά που το έκανε αυτό κι η Ειρήνη του είχε βάλει τις φωνές και δεν ήθελε να το ξαναπάθει.

Πιο μετά, μετά δηλαδή και την δεύτερη – γερή – δόση αντηλιακού που τους έκανε να μοιάζουν με μικρά, λευκά, φωσφορίζοντα ανθρωπάκια από κάποιον εξωπλανήτη, ο Βαγγέλης μπορούσε επιτέλους ν' ασχοληθεί με το κάστρο που ήθελε να υψώσει περήφανα στην άκρη του γιαλού. Έσκαβε με τα φτυαράκια, απομάκρυνε πέτρες με τις τσουγκράνες, κουβαλούσε νερό με τα κουβαδάκια, έκανε μπόλικη λάσπη με την άμμο. Έφτιαξε τείχη. Ίδρωσε. Ξανα-βούτηξε στη θάλασσα να δροσιστεί. Σκέφτηκε λοιπόν πως ο Άρης – Λουκάνικος, θα μπορούσε να βοηθήσει λιγάκι στο σκάψιμο τουλάχιστον. «Έλα Λουκάνικε, εδώ, εδώ αγόρι μου, σκάψε εδώ!» του έδειχνε.
Αλλά ο Λουκάνικος ... αλλού έσκαβε. Με μανία. Μα φόρα μεγάλη. Τα κοντά του πόδια και η μουσούδα του δούλευαν εντατικά. Πλην όμως σε λάθος σημείο! Το οποίο "λάθος σημείο" ήταν σαφώς μακριά από εκεί που είχε ξεκινήσεις τις οικοδομικές εργασίες για το κάστρο του ο Βαγγέλης και καταφανώς δίπλα στην πετσέτα της Ειρήνης. Αυτό το γεγονός τώρα, εκτός του ότι καμία βοήθεια δεν προσέφερε στον Βαγγέλη, είχε και το μειονέκτημα ότι γέμιζε άμμο την Ειρήνη – η οποία Ειρήνη θύμωνε πολύ.

«Λουκάνικε, σταμάτα αμέσως! Αμέσως είπα!» του φώναξε επιτακτικά. Εκείνος την κοίταξε με απορία, γιατί κανένα σκυλί που σέβεται τον εαυτό του δεν σταματά να σκάβει απλά επειδή του το ζητά η μεγαλύτερη-στριμμένη-τον-περισσότερο-καιρό αδελφή του αφεντικού του. Κούνησε τα μεγάλα του αυτιά σα να της έλεγε «μα γιατί πρέπει να σταματήσω αφού το απολαμβάνω» και συνέχισε με περισσότερη χαρά αυτό που έκανε. Ταυτόχρονα, ριπές άμμου πετάγονταν προς όλες τις κατευθύνσεις θυμώνοντας περισσότερο την Ειρήνη. Κι εκεί που όλοι ήταν έτοιμοι να βουτήξουν τον Άρη – Λουκάνικο και να τον δέσουν στην πλησιέστερη ξαπλώστρα για να ηρεμήσει λίγο, δύο μικρά καβουράκια ξεπετάχτηκαν με φόρα από τη λακκούβα που είχε δημιουργηθεί και πάλευαν να βρουν το δρόμο τους προς το νερό.

«Ωωωω!» έκανε ο Βαγγέλης ενώ η Ειρήνη έκανε ένα «ααα». Τα καβούρια μπέρδευαν το βήμα τους, κι άλλοτε φαινόταν πως τα κατάφερναν ν' ανεβούν από το λάκκο ενώ άλλες φορές πισωγύριζαν στον πάτο του. Ήταν περισσότερο φοβισμένα από τα δυο παιδιά.
«Μην τα πιάσεις, τσιμπάνε!» προειδοποίησε η Ειρήνη τον αδελφό της που έτοιμος ήταν να τα βουτήξει για να τα δει καλύτερα. Ο Λουκάνικος γάβγιζε δαιμονισμένα, από τη μια για να διατυμπανίσει και να μάθει όλος ο κόσμος το κατόρθωμά του κι από την άλλη γιατί έτσι πίστευε πως βοηθούσε τα καβουράκια να βρουν το σωστό δρόμο!

Μαζεύτηκαν κι άλλα παιδιά. Τα καβούρια φοβήθηκαν περισσότερο κι έκαναν ένα σωρό παλαβομάρες και τούμπες και μπρος-πίσω κι ο σκύλος δεν ήξερε με ποιον να πρωτοπαίξει. Πανδαιμόνιο! Χάχανα και φωνές και γαβγίσματα ξεσήκωσαν την ήρεμη παραλία.

Ο μπαμπάς εγκατέλειψε την ιδέα να χαλαρώσει με το βιβλίο του. Το έκλεισε απαλά, φροντίζοντας να βάλει και τον σελιδοδείκτη, γιατί, πού ξέρεις, ίσως έβρισκε λίγο χρόνο αργότερα να διαβάσει, και σκέφτηκε πως ο καλύτερος τρόπος να ηρεμήσουν όλοι – ή , έστω, οι μισοί – θα ήταν να πάνε τα καβουράκια στο υγρό στοιχείο.

Πλησίασε τα παιδιά που είχαν ήδη γίνει μια μεγάλη παρέα – κι ας γνωρίστηκαν μόλις τώρα. «Τα καημένα τα καβουράκια!» είπε σκύβοντας πάνω από όλα τα πιτσιρίκια και εισπράττοντας μια γερή δόση άμμου στις σαγιονάρες του από τα πίσω πόδια του Λουκάνικου.
«Μπαμπά δεν τα πειράζουμε! Τα βλέπουμε μόνο να πηγαινοέρχονται και να κάνουν αυτά τα αστεία πλάγια βήματα και γελάμε!» έσπευσε να τον ενημερώσει ο Βαγγέλης.
«Κι αυτό δεν είναι πείραγμα θαρρείς; Για σκέψου το λίγο ....»
«Μα δεν τους κάνουμε κανένα κακό, τα χαζεύουμε μόνο!» είπε ένας άλλος πιτσιρίκος που φαίνεται πως μόλις είχε απαλλαγεί από τις πάνες του κι ένιωθε πολύ σπουδαίος.
«Όχι, δεν τους κάνετε κακό, αλήθεια. Αλλά μήπως τα τρομάξατε; Αυτό πέρασε καθόλου από το μυαλό σας;»

Τα παιδιά κοιτάζονταν μεταξύ τους με απορία. Οι μεγάλοι πάντα βρίσκουν τρόπο να τους χαλάσουν τη διασκέδαση!
Αλλά ο μπαμπάς του Βαγγέλη τους έδειξε το λάθος τους. «Ήταν κρυμμένα μια χαρά εκεί που ήταν. Είχαν την ησυχία τους, δεν καίγονταν από τον ήλιο, ένιωθαν ασφαλή. Τα ξεσκέπασε ένα τεράστιο ζώο – ο σκύλος μας, και ναι, για τα καβουράκια πρόκειται τουλάχιστον για ένα τεράστιο ζώο! –, ανακατεύοντας την άμμο και χαλώντας τη φωλιά τους, και τους γαβγίζει κιόλας! Μετά ήρθε μια παρέα με μεγαλύτερα ζώα – έτσι σας βλέπουν με τα δικά τους ματάκια – και χοροπηδάει ένα γύρω, εμποδίζοντάς τα να βρουν καταφύγιο κάπου αλλού! Άμα ήσασταν εσείς στη θέση τους δεν θα τα είχατε χαμένα;»

«Και τι κάνουμε τώρα;» αναρωτήθηκε ένα κοριτσάκι σχεδόν έτοιμο να βάλει τα κλάματα. «Τα ξανασκεπάζουμε;»
«Νομίζω πως θα ήταν καλύτερα να τα οδηγήσουμε στη θάλασσα», είπε ο μπαμπάς. «Φέρε το κουβαδάκι σου Βαγγέλη κι ένα φτυαράκι». Σφαίρα έφυγε ο Βαγγέλης και τα έφερε από εκεί που τα είχε παρατήσει.

Ο μπαμπάς κατάφερε να εγκλωβίσει το ένα καβουράκι μέσα στον κουβά, βάζοντας εμπόδιο από την άλλη μεριά το φτυάρι και καθοδηγώντας το. Πήγε τρεχάτος στον πιο κοντινό βράχο και τον ακολούθησε ολόκληρο το τσούρμο. Γονάτισε κι έγειρε τον κουβά πολύ προσεκτικά. Περίμενε λίγο και το μικρό καβούρι, περπατώντας πλαγιαστά, κατάφερε να βγει από εκεί και να κάνει μερικά διστακτικά βήματα προς το νερό. Ένα κύμα το βοήθησε να χαθεί από τα μάτια τους και να πάει πιο βαθιά.
«Ελάτε», είπε πάλι ο μπαμπάς, «ας του στείλουμε κοντά του και το φιλαράκι του, να μη νιώθει μόνο!» και κατευθύνθηκε πάλι στο λάκκο.
«Να το κάνω εγώ μπαμπά;»
«Προσεκτικά!»
«Ναι, ξέρω, τσιμπάνε, μου το είπε η Ειρήνη» είπε ο Βαγγέλης
«Δεν πρόκειται να σου κάνουν τίποτε! Εσύ πρόσεχε μην του ξεκολλήσεις κανένα πόδι, είναι πολύ μικροσκοπικό!»

Το μικροσκοπικό καβούρι είχε αρκετό τσαγανό όπως αποδείχτηκε και τους παίδεψε κάπως μέχρι να καταφέρουν να το πάνε κι αυτό στην άκρη του γιαλού, εκεί που σκάει το κύμα. Έδωσε κι αυτό έναν πήδο και βρέθηκε με τη μία στην αγκαλιά της θάλασσας.
«Είμαι σίγουρος πως θα κολυμπάει όσο πιο γρήγορα μπορεί για να γλιτώσει!» είπε η Ειρήνη που έπλενε τη μούρη του Λουκάνικου με νερό, καθαρίζοντας τα μουστάκια του από την άμμο. «Και το ίδιο θα κάνω κι εγώ. Μπας και βρω λίγη ησυχία!» συμπλήρωσε και τους γύρισε επιδεικτικά την πλάτη.
«Να σε βοηθήσουμε με το κάστρο;» ρώτησαν τα άλλα παιδιά το Βαγγέλη
«Θέλει και ρώτημα; Άμα είμαστε πολλοί θα γίνει μεγαλύτερο!»

Ο Λουκάνικος πήγε παραπονεμένος εκεί που το κύμα ενώνεται με την άμμο και κοιτούσε πέρα μακριά. Όχι, δεν ήθελε να παίξει με τα άλλα παιδιά προφανώς. Ούτε να κολυμπήσει ήθελε άλλο. Ο Βαγγέλης ήταν σίγουρος πως ήθελε τα καβουράκια. Στο κάτω – κάτω, μπορεί ο Άρης – Λουκάνικος να ένιωθε πως αυτοί ήταν οι καινούριοι δικοί του φίλοι, αφού αυτός τους είχε βρει σκάβοντας. Ποιος ξέρει;
«Λουκάνικε άσε τις μελαγχολίες κι έλα να βάλεις ένα ... ποδαράκι κι εσύ!» του φώναξε ο Βαγγέλης

«Γιατί τον λες Λουκάνικο; Αυτό είναι το όνομά του;» ρώτησε ένα από τα άλλα παιδιά. Κι ο Βαγγέλης άρχισε να λέει πάλι την ιστορία του Άρη και το πώς ήρθε σπίτι τους κι έγινε ο καλύτερος φίλος του. Μα ο Άρης δεν ήρθε κοντά τους. Έμεινε αρκετή ώρα εκεί που ήταν, αποχαιρετώντας τους καινούριους φίλους του. Μπορεί και να τους έστελνε τις ευχές του να περνούν καλά. Ποιος ξέρει;

© 2012-2024 Mothersblog.gr - All rights reserved