Το παραμύθι της εβδομάδας: «Ωχ!»

«Ωχ!» Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε η Βιργινία, μόλις είδε τη μαμά της να γλιστρά στα φρεσκοπλυμένα πλακάκια της βεράντας.

Το παραμύθι της εβδομάδας: «Ωχ!»

Της Πέγκυς Παπαδοπούλου

Πήρε φόρα κι έτρεξε να βοηθήσει, αλλά η μαμά, μέσα στους πόνους της, πρόλαβε να της φωνάξει «μην τρέχεις, γλιστρά!».
Μετά έγιναν όλα πολύ γρήγορα. Η μαμά δυσκολευόταν πολύ να σηκωθεί, και το πρόσωπό της είχε γίνει τόσο άσπρο, που μήτε τα χείλια της δεν ξεχώριζαν. Της είπε να τηλεφωνήσει στο μπαμπά, πράγμα που η Βιργινία έκανε με απίστευτη ταχύτητα – κάτι την φόβιζε στο ύφος της μαμάς, παρ' όλο που εκείνη προσπαθούσε να της δείξει πως δεν είναι κάτι σοβαρό. Μετά, πάντα με τις οδηγίες της μαμάς, έβγαλε παγάκια από το σακουλάκι τους και τα τύλιξε σε μια πετσέτα της κουζίνας. Τώρα ήταν η σειρά της μαμάς να κάνει «ωχ!», την ώρα που τα ακουμπούσε στο χτυπημένο πόδι της. Κι άλλο ένα ακόμη «ωχ!» προστέθηκε σε αυτό, όταν η Βιργινία προσπαθούσε να βάλει ένα μαξιλάρι του καναπέ κάτω από το πονεμένο πόδι για να μην πρηστεί.

1

Λίγο αργότερα, η γιαγιά με το μικρό της αδελφό, το Γιάννη, επέστρεψαν από τη βόλτα τους, φέρνοντας παγωτό. Ο Γιάννης έβαλε τα κλάματα βλέποντας τη μαμά του στον καναπέ και με εκείνη τη βαθιά ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια της – αυτή που ξεφύτρωνε πάντα μαγικά σε εκείνο το σημείο και έδειχνε στεναχώρια, προβληματισμό ή και θυμό ακόμη.

Τελευταίος ο μπαμπάς είπε κι εκείνος ένα «ωχ!», πολύ σιγά βέβαια για να μην στεναχωρήσει κι άλλο τη μαμά, αλλά η Βιργινία το άκουσε. Κι από αυτό κατάλαβε πως σίγουρα η μαμά είχε πάθει κάτι σοβαρό. Λες να είχε σπάσει το πόδι της; Ο Χρήστος ο συμμαθητής της, είχε σπάσει το πόδι του και του έβαλαν γύψο και έμεινε στο σπίτι του πολλές μέρες, μέχρι να του επιτρέψει ο γιατρός να κινηθεί και να πάει στο σχολείο. Πόσο πολύ να πονάει άραγε;
Αλλά τίποτε δεν είπε. Μέχρι να γυρίσουν από τον γιατρό, η Βιργινία έτρωγε τα νύχια της από την αγωνία – κάποια στιγμή σταμάτησε φυσικά βρίσκοντας πως έτσι δεν μπορούσε να βοηθήσει σε τίποτε. Κοίταξε γύρω της το σπίτι. Ε, το είχε δει και καλύτερα τακτοποιημένο, έπρεπε να το παραδεχτεί. Οι περισσότερες δουλειές είχαν μείνει στη μέση και ποιος ξέρει πόσες άλλες δεν είχαν καν ξεκινήσει. Η Βιργινία σκέφτηκε πως πρέπει να κάνει κάτι, από τη μια για να σταματήσει να σκέφτεται το ότι η αργοπορία των γονιών της έκανε μάλλον τα πράγματα πιο σοβαρά και δεύτερον ήξερε πως η μαμά θα ένιωθε πιο ωραία αν έβρισκε το σπίτι συμμαζωμένο. Από πού να αρχίσει όμως;
Το σκυλάκι της μασούλιζε με μανία τα κρόσσια του καναπέ, σημάδι ότι πεινούσε. Πώς μπόρεσε να ξεχάσει τον καλύτερο φίλο της νηστικό; Από την ώρα του «ατυχήματος» και μετά, κανείς δεν του είχε δώσει σημασία αλλά και ο Μπούμπης, σαν εξαιρετικό σκυλί που ήταν, έμεινε φρόνιμος σε μια γωνιά, καταλαβαίνοντας πως άλλα θέματα είχαν τώρα προτεραιότητα. Η Βιργινία του γέμισε το μπωλ του με το φαγητό του και του έβαλε δροσερό νεράκι. Εκείνος ήταν τώρα πια ευχαριστημένος!

1

«Γιάννηηηηη!!!!» φώναξε στο μικρό, που αν και μικρός, την έφτανε στο μπόι. «Μάζεψε το δωμάτιό μας!»
«Γιατί; Ακόμη παίζω!» Σιγά μην καθόταν ο Γιάννης να ασχοληθεί με το μάζεμα των παιχνιδιών. Μπορούσες να βρεις τα στρατιωτάκια του ακόμη και μέσα στο πλυντήριο, αν αποφάσιζε πως εκεί έπρεπε να τα κρύψει.
«Μπορείς να αφήσεις ένα και μόνο ΕΝΑ παιχνίδι για να παίζεις, τα άλλα όμως πρέπει να τα βάλεις στη θέση τους!»
«Μα γιατί;»
«Επειδή δεν ξέρουμε η μαμά τι ώρα θα έρθει και να θα είναι καλά για να κάνει όλα όσα κάνει κάθε μέρα, γι' αυτό! Δεν την είδες πόσο πονούσε;»
Παύση ο μικρός. Την είχε δει. Κι είχε στεναχωρηθεί. Εκείνος σκουντουφλούσε κι όλο έπεφτε, τα καρούμπαλα στο κεφάλι τα είχε για παιχνίδι το ίδιο και τις μελανιές στα γόνατα, αλλά τέτοιο πράγμα ποτέ δεν είχε πάθει. Καημένη μαμά! Γιατί δεν πρόσεχες! Πάντως, τα παιχνίδια τα μάζεψε.
«Εσύ τι θα κάνεις;» Απλώς ρώτησε ο Γιάννης, έτσι, για να μη νομίζει η Βιργινία πως τον κάνει ότι θέλει.
«Μαζεύω τα απλωμένα ρούχα! Τάισα και τον Μπούλη. Μετά θα δω τι άλλο θα κάνω!» Να ήταν άλλη φορά, η Βιργινία θα του έσερνε ένα σωρό του Γιάννη για την τεμπελιά του και για το ότι πρέπει να του πει κανείς εκατό φορές κάτι για να το κάνει τελικώς με ένα σωρό διαμαρτυρίες και αντιρρήσεις. Αλλά σήμερα τα πράγματα ήταν διαφορετικά.

1

Και ακόμη πιο διαφορετικά έγιναν, μόλις η μαμά και ο μπαμπάς γύρισαν σπίτι. «Βαρύ διάστρεμμα» ήταν αυτό που έπαθε η μαμά. Όπως φαινόταν, το πόδι της ήταν πολύ πρησμένο και μελανό, και δεν μπορούσε να το πατήσει. Μπήκε σπίτι κουτσαίνοντας, υποβασταζόμενη από έναν μπαμπά που νόμιζες πως κι ο ίδιος πονούσε και έχοντας τα χείλια της σφιγμένα σε μια γραμμή από τον πόνο.
«Μαμά μου!» είπε ο Γιάννης, που μέχρι εκείνη την ώρα δεν είχε πολύ-καταλάβει πόσο άσχημα είχε χτυπήσει η μαμά. Η Βιργινία έτρεξε να τον απομακρύνει τραβώντας τον από την μπλούζα. Μερικές φορές αυτό το παιδί ήταν τόσο άγαρμπο ... δεν το είχε σε τίποτε να κάνει – κατά λάθος – τη μαμά να υποφέρει περισσότερο.
«Γιάννη άσε τη μαμά να ξαπλώσει, θα κουράστηκε τόσες ώρες στο γιατρό!»
«Μαμά μου, δε θέλω να σε αφήσω! Πονάς πολύ;» Τα μαλλιά του Γιάννη είχαν θαρρείς μετατραπεί σε καρφάκια από την τρομάρα του.
Η μαμά στα σίγουρα θα ήθελε να πει ένα μεγάλο, βαθύ και μακρύ «ωχ». Αλλά πώς να το κάνει όταν τα παιδιά της την κοιτούσαν σχεδόν με τρόμο;
«Ελάτε, δεν είναι και κάτι εξαιρετικά σοβαρό, θέλει υπομονή και προσοχή μέχρι να περάσει! Είναι ένα γερό στραμπούληγμα, και πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι που δεν έγινε τίποτε χειρότερο! Είδατε τι έπαθα για να τρέχω στη βρεμένη βεράντα;» Χαμογελούσε. Η μαμά χαμογελούσε! Αλλά πίσω από το χαμόγελό της κρυβόταν ίσως ένα, ίσως και περισσότερα «ωχ!» και σίγουρα μερικά «άουτς», καθώς επίσης και κάμποσα «ααααα!!!». Αντί γι' αυτό όμως, άνοιξε την αγκαλιά της και τους έκλεισε και τους δυο εκεί μέσα, «για να μου περάσει ο πόνος με τα φιλιά σας!», όπως τους είπε.

1

Η Βιργινία δεν ήξερε να πει αν, μετά από εκατό φιλιά που έδωσε στη μαμά της, εκείνη θα πονούσε λιγότερο. Μερικές φορές όμως, το φιλί της μαμάς στο ματωμένο γόνατο του Γιάννη έκανε πράγματι το θαύμα του κι ο μικρός σταματούσε να κλαίει, οπότε ίσως και τα φιλιά της Βιργινίας να βοηθούσαν πραγματικά τη μαμά. Γι' αυτό της έδωσε τόσα πολλά.
«Αυτές τις μέρες που η μαμά δεν θα μπορεί να κάνει πολλά πράγματα, θα πρέπει να την βοηθήσετε όσο περισσότερο μπορείτε, έτσι παιδιά μου;» ρώτησε ο μπαμπάς.
«Σίγουρα!» πετάχτηκε ο Γιάννης.
«Εντάξει» είπε η Βιργινία.
«Ωραία λοιπόν! Δεν θα αφήνετε τα ρούχα σας σκόρπια στο δωμάτιό σας, θα μαζεύετε τα παιχνίδια σας, θα στρώνετε τα κρεβάτια σας, θα φέρνετε στη μαμά ότι χρειάζεται για να μην κάνει πολλά ... «δρομολόγια» παίζοντας κουτσό μέσα στο σπίτι, θα βγάζετε το Μπούλη βόλτα και θα φροντίζετε το νερό και το φαγητό του, θα βάζετε τα πιάτα στο πλυντήριο, θα...» Ο μπαμπάς θα μπορούσε να συνεχίσει να λέει ένα σωρό πράγματα που η Βιργινία και ο Γιάννης θα έπρεπε να κάνουν καθημερινά. Και δίκιο θα είχε. Όταν κάποιος σε μια οικογένεια έχει ένα ατύχημα, πρέπει οι υπόλοιποι να μοιράζονται τις δουλειές του για όσον καιρό δεν μπορεί να τις κάνει. Αλλά, ο μπαμπάς ήξερε πως δεν έφτανε μόνο να κάνει έναν κατάλογο με τις δουλειές που έπρεπε να γίνονται. Ένα σωρό πράγματα ήταν σίγουρος πως θα «ξεφύτρωναν» ολοένα. «Θα κάνετε λοιπόν όσα περισσότερα μπορείτε και κυρίως δεν θα τσακώνεστε για το ποιος έκανε το ένα πράγμα καλύτερα και ποιος έκανε κάτι περισσότερο από τον άλλο. Συνεννοηθήκαμε;» τους ρώτησε.

1

Ο Γιάννης κούνησε το κεφάλι του «ναι» κι η Βιργινία το μόνο που μπόρεσε να πει ήταν ένα ακόμη «ωχ!», γιατί μυριζόταν πως τα πιο πολλά μοναχή της θα τα έκανε. Ο Γιάννης ήταν πρόθυμος πάντα αλλά μετά κάτι ξεπήδαγε στο μυαλό του και ... έμεναν οι γύρω του μόνο με την προθυμία του. Ήταν τέτοιο το ύφος της που έβαλαν τα γέλια όλοι τους. Και η μαμά. «Ωχ!» έκανε όταν σταμάτησαν να γελούν, αλλά δεν ήταν για το στραμπουλιγμένο πόδι της. Ήταν γιατί, ξέροντας και τα δύο της παιδιά, άρχισε από κείνη την ώρα να μετρά σαν πόσες ζημιές θα γίνονταν μέχρι να μπορέσει να σταθεί κανονικά και στα δυο της πόδια! «Ωχ!»

© 2012-2024 Mothersblog.gr - All rights reserved