To παραμύθι της εβδομάδας: «Πού πήγαν τα ρούχα μου;»

«Μανία που την έχει η μαμά μου με την καθαριότητα!», μονολογούσε η Φωτεινή. Εκείνη την ώρα έψαχνε να βρει πού είχε "τακτοποιήσει" η μαμά της το βιβλίο που της είχε δανείσει μια συμμαθήτριά της για το Σαββατοκύριακο.

Από την Πέγκυ Παπαδοπούλου

«Συνέχεια μαζεύει τα πράγματα, πλένει, τρίβει και ξεσκονίζει». Κοίταξε να βρει το βιβλίο κάτω από το κρεβάτι της – θυμήθηκε πως την τελευταία φορά που το είχε δει ήταν την Κυριακή το βράδυ που το διάβαζε. Τίποτε. Δεν ήταν εκεί. Και πώς να είναι; Θα το είχε βρει ήδη η μαμά και θα το είχε βάλει στην ... "θέση του", μόνο που η Φωτεινή διαφωνούσε με τη μαμά της σαν ποια να ήταν αυτή η θέση. «Κι εμένα μου αρέσει να είναι το σπίτι καθαρό και τακτοποιημένο, αλλά γιατί πρέπει να το κάνει αυτό και στο δικό μου δωμάτιο;» αναρωτιόταν.

Φυσικά, δεν θα έκανε αυτή την ερώτηση στην ίδια τη μαμά της. Γιατί, όσο μικρή κι αν ήταν η Φωτεινή, ήξερε την απάντηση. Ήταν λίγο ακατάστατη η Φωτεινή. Ο μπαμπάς της έλεγε ότι "το δωμάτιό της ήταν ένα χάος", αλλά σε αυτό ακριβώς το "χάος" η Φωτεινή περνούσε μια χαρά, ανάμεσα στα παιχνίδια, στα παζλ, τα βιβλία και τα ήδη-φορεμένα-αλλά-όχι-για-πλύσιμο ρούχα της. Όσο κι αν στους γονείς της φαινόταν ακαταλαβίστικο, εκείνη μπορούσε ωραιότατα να ξέρει πάντα πού είναι το κάθε τι που χρειαζόταν, χωρίς να ψάχνει να το βρει με φούρια – όπως τώρα!
«Μάλλον θα είναι κάτι αυτό, η μανία με την τάξη και την καθαριότητα, που συμβαίνει σε όλες τις μαμάδες! Και της Θέκλας η μαμά το ίδιο δεν κάνει; Εκείνη μάλιστα τακτοποιεί ΚΑΙ τα παιχνίδια της. Τουλάχιστον η δική μου με αφήνει να τα τακτοποιώ μόνη μου».


Τώρα, για να πούμε και του στραβού το δίκιο, η Φωτεινή από μόνη της δεν ήταν αυτό ακριβώς που θα ήθελε να κάνει. Όταν όμως η μαμά φώναζε ότι θα αναλάμβανε εκείνη την τακτοποίηση και των παιχνιδιών, έτρεχε να την προλάβει.
«Καθώς φαίνεται όμως οι "μεγάλοι" σου αναθέτουν ένα πράγμα και όταν το κάνεις αυτό, μετά σου αναθέτουν κι άλλο ένα και πάει λέγοντας». Γιατί μόλις η Φωτεινή ανακοίνωσε – με καμάρι! – στη μαμά της πως όλα ήταν τακτοποιημένα στο δωμάτιό της, τότε η μαμά της ανέθεσε να τακτοποιήσει ΚΑΙ τα ρούχα της.
«Μαμά, να το κάνω όταν τελειώσω με το παζλ;»
«Επειδή ήρθε το φθινόπωρο μικρή μου και πρέπει να τακτοποιήσουμε και τα φθινοπωρινά και τα χειμωνιάτικα ρούχα, θα πρέπει να ξεκαθαρίσεις τα καλοκαιρινά σου, να τα βάλεις στον σάκο φύλαξης, ώστε να υπάρχει χώρος στη ντουλάπα σου!»

Α, όλα κι όλα, η Φωτεινή το αναγνώριζε αυτό στη μαμά της. Είχε "πρόγραμμα". Μπορούσε να κάνει ένα σωρό διαφορετικά πράγματα μαζί, κι όλα να γίνουν τέλεια και στον σωστό χρόνο. Γιατί ακριβώς έβαζε ένα πρόγραμμα στις δουλειές που έπρεπε να γίνουν και δεν έχανε τον χρόνο της. Για παράδειγμα, όσο μαγειρευόταν το φαγητό στην κατσαρόλα, η μαμά τακτοποιούσε τα πλυμένα πιάτα στα ντουλάπια, είχε ήδη βάλει ένα πλυντήριο ρούχων και – ανάμεσα σε δυο ανακατέματα του φαγητού – έπλενε κι έκοβε τα λαχανικά για τη σαλάτα. Πόσο την θαύμαζε γι' αυτό η Φωτεινή τη μαμά της! Μερικές φορές της φαινόταν πως η μαμά δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια γρήγορη, σβέλτη νεράιδα, που μπορούσε να φέρει σβούρες μέσα στο σπίτι και να κάνει τα πάντα να λάμπουν στην θέση τους!
Αλλά, την ώρα που τα σκεφτόταν αυτά, άρχισε στην τηλεόραση το αγαπημένο της νεανικό σήριαλ, το μόνο που την άφηναν να παρακολουθήσει, κι έτσι, στρώθηκε στον καναπέ και δεν έκανε τίποτε. Ούτε μετά έκανε. Είχε ξεχάσει μια εργασία και έπρεπε να την ολοκληρώσει. Ε, πια ήταν και ώρα να φάνε. Δεν υπήρχε χρόνος, σωστά; Είδε τη μαμά που την κοίταξε λοξά κάποια στιγμή και υποσχέθηκε – τον εαυτό της – ότι την επόμενη μέρα οπωσδήποτε θα έφτιαχνε τα ρούχα της αμέσως μόλις γύριζε από το σχολείο.

Την επόμενη μέρα όμως ήταν πολύ χαρούμενη, για πολλούς λόγους, κι αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που πέρασε από το μυαλό της. Ήταν Παρασκευή, άρα έρχονταν δυο ολόκληρες μέρες χωρίς σχολείο, είχε πάρει "άριστα" στα μαθηματικά που πάντα τη δυσκόλευαν, κι η Θέκλα είχε αποκτήσει το καινούριο της κουτάβι, με το οποίο προβλεπόταν ότι θα έπαιζαν ώρες ατελείωτες!
Όταν όμως άνοιξε τη ντουλάπα της να βρει ένα ζευγάρι καλτσούλες γιατί σα να κρύωνε λιγάκι, έμεινε με το στόμα ανοικτό. Τα παραφορτωμένα της συρτάρια ήταν σχεδόν άδεια, όσα ρούχα είχαν παραμείνει εκεί ήταν στοιχισμένα σαν στρατιωτάκια σε άψογες σειρές και χωρισμένα σε ομάδες. Αριστερά τα κολάν και δεξιά οι ασορτί μπλούζες. Στο άλλο συρτάρι, αριστερά οι αθλητικές κάλτσες και δεξιά όλες οι άλλες. Σε ζευγάρια! Αν είναι δυνατόν! Που για να βρει η Φωτεινή δυο ίδιες κάλτσες κάθε πρωί να τις φορέσει έκανε τουλάχιστον δέκα λεπτά ψάξιμο σε κάθε πιθανό και απίθανο σημείο του δωματίου της! "Μύριζε" από μακριά πως η μαμά είχε βάλει το χεράκι της. Αλλά .... πού πήγαν τα υπόλοιπα ρούχα της; Άνοιξε άλλο ένα συρτάρι. Είχε μέσα μόνο δύο φόρμες. Κοίταξε προς τα πάνω. Τα αγαπημένα της τζην ευτυχώς ήταν στην θέση τους. Κρέμονταν το ένα πίσω από το άλλο κι αυτά έτοιμα για ... παρέλαση!

«Μαμάαααα!!!», φώναξε, αλλά δεν πήρε απάντηση. «Μαμά;;;» ξαναείπε βάζοντας το κεφάλι της μέσα από την πόρτα της κουζίνας, σίγουρη πως εκεί θα ήταν η μαμά – στο βασίλειό της! Κανείς. «Μαμά;», χτύπησε την πόρτα στο λουτρό. Καμία απάντηση. «Μαμά!», είπε τώρα πιο δυνατά.
«Εδώ πάνω είμαι καλή μου, στη σκάλα!».
«Ποια σκάλα;»
«Αυτή που είναι στο δωμάτιό μου, μπροστά στη ντουλάπα. Προσπαθώ να φτάσω μερικά από τα ρούχα μας!»
«Αχ, μαμά, γιατί δεν με φώναξες να σε βοηθήσω;» Η Φωτεινή ένιωσε πολύ ένοχη απέναντι στη μαμά.
«Μα και χθες που σου είπα να με βοηθήσεις, εσύ είχες φαίνεται άλλα πράγματα να κάνεις!» Η μαμά πέταξε με φόρα πάνω στο κρεβάτι της έναν σάκο με ρούχα. Η σκάλα τραμπαλίστηκε ελαφρά, κι η Φωτεινή έτρεξε να τη στηρίξει, μην τύχει και βρεθεί η μαμά στο πάτωμα.

«Αλήθεια μαμά, πήγα τώρα μόλις να κάνω τα ρούχα μου, όπως σου είχα υποσχεθεί, μόνο που να .... λείπουν τα μισά!»
«Μπα; Και πού λες να πήγαν;» Η μαμά κατέβαινε προσεκτικά από τη σκάλα αλλ' αυτό δεν την εμπόδισε να χαμογελάσει.
«Έλα τώρα μαμά, εσύ τα πήρες!». Στη Φωτεινή δεν άρεσαν και πολύ τα πειράγματα, η μαμά της όμως δεν θα της έκανε τη χάρη.
«Σου ήταν όλα αυτά απαραίτητα; Θέλω να πω, τα χρειαζόσουν όλα πραγματικά;». Η μαμά τώρα κοιτούσε τη Φωτεινή σκεφτική.
«Αν τα χρειαζόμουν; Δε... δε νομίζω ότι τα "χρειαζόμουν" όλα»
«Θέλω να πω», είπε η μαμά της «εκείνη την φόρμα που από πέρσι σου ήταν κοντή και φέτος δεν την φόρεσες καθόλου, που είχε μια ροζ κιθάρα στο πάνω μέρος, κι εκείνο το τζην με τις κεντημένες τσέπες που το έβαλες μόνο μια φορά γιατί σε έσφιγγε, έπρεπε να είναι στη ντουλάπα σου;»

«Ε, όχι, αλλά ... ξέρεις μαμά, μερικά από αυτά είναι πολύ όμορφα και μου άρεσε να τα βλέπω, κι άλλα πάλι ήταν δώρα φίλων μου ή και δικά σου ακόμη – θυμάσαι εκείνο το ροζ πουλόβερ με το γούνινο γιακά που μου είχες πάρει εσύ και το φορούσα συνέχεια; Να, αυτά δεν θέλω να τα αποχωριστώ. Τα αγαπάω!». Η Φωτεινή ήταν προβληματισμένη. Μερικές φορές δεν ήξερε τι να περιμένει από τη μαμά. Δηλαδή, αυτή η συζήτηση γινόταν για την ακαταστασία ή όχι;
Η μαμά της κάθισε στην άκρη του κρεβατιού – τη μοναδική γωνιά που δεν είχε πάνω της ένα σωρό πράγματα. Τράβηξε στην αγκαλιά της τη Φωτεινή – η μαμά πάντα το έκανε αυτό όταν ήθελε να πει κάτι σημαντικό.
«Ξέρεις όμως, δεν είναι παρά ΡΟΥΧΑ», της είπε τονίζοντας πολύ τη λέξη "ρούχα". «Εμείς, τα χρησιμοποιήσαμε όσον καιρό τα χρειαζόμαστε – δηλαδή εσύ. Μεγαλώνεις όμως. Μεγαλώνεις γρήγορα! Κι αυτά δεν μεγαλώνουν μαζί σου, άρα, δεν σου χρειάζονται πια».
«Τι θα τα κάνουμε λοιπόν;»
«Θυμάσαι που κι δική μου φίλη, η κυρία Μπέτυ, μου έδωσε πέρσι το ταγεράκι της το γκρι που δεν της έμπαινε πια γιατί πάχυνε; Κι έδωσε σε σένα τις μπλούζες της μικρής της κόρης, της Ιωάννας, γιατί ψήλωσε πολύ και της ήταν κοντές;»

«Πολύ όμορφες ήταν μαμά αυτές οι μπλούζες, νομίζω πως φέτος θα μου κάνουν εμένα!»
«Θα δούμε λοιπόν όλα μας τα ρούχα ένα προς ένα. Θα ξεχωρίσουμε κι οι δύο μας όσα δεν μας κάνουν πια, και θα τα δώσουμε σε φίλες μας. Έτσι, δεν θα πιάνουν χώρο άσκοπα στις ντουλάπες μας, αλλά και όποιος τα πάρει θα χαίρεται όπως κι εμείς, γιατί θα του φαίνεται πως κάτι καινούριο απέκτησε. Το σημαντικότερο όμως είναι πως εμείς, εσύ κι εγώ, μικρή μου, θα έχουμε κάνει κάτι πολύ ωραίο, κι όχι γιατί δεν έχει χώρο το συρτάρι μας, αλλά γιατί έτσι, βοηθάμε ο ένας τον άλλο».
«Δεν καταλαβαίνω πώς μπορώ να βοηθήσω κάποιον με τα παλιά μου τα ρούχα μαμά!"
«Σίγουρα δεν μπορούμε να χαρίσουμε κάτι που είναι τόσο πολύ φθαρμένο που δεν κάνει ούτε για ξεσκονόπανο! Πρέπει να φροντίσουμε ώστε να δίνουμε πάντα πράγματα που είναι σε καλή κατάσταση! Και ξέρεις κάτι δεσποινίς μου; Νομίζω ότι αν σκεφτόσουν καλά, θα έβρισκες και μερικά από τα παιχνίδια σου που θα μπορούσαν να πάνε σε παιδάκια που δεν έχουν! Κι ίσως και μερικά από τα βιβλία σου ...»
Η Φωτεινή εξαφανίστηκε τρέχοντας στο δωμάτιό της. Έτσι που πήγαινε η μαμά θα της έλεγε να χαρίσει ακόμη και το κρεβάτι της! Και μόνο ένας τρόπος υπήρχε για να μην γίνει αυτό: να ξεχωρίσει μόνη της η Φωτεινή τα πράγματά της.

Ξεκίνησε πρώτα με τα ρούχα, μετά με τα βιβλία της και τέλος πήγε στα παιχνίδια της. Όταν τελείωσε κατάλαβε πόσα πολλά πράγματα υπήρχαν πάνω στο κρεβάτι της. Ολόιδια η μαμά, είχε κάνει στοίβες τα πράγματα πάνω στο κρεβάτι. ΤΑΚΤΟΠΟΙΗΜΕΝΑ. Σαν στρατιωτάκια. Όπως κάνει και η μαμά. Δεν ήταν πράγματα για "πέταμα" ήταν πράγματα για "χάρισμα". Θα τα έδινε πολύ περιποιημένα στους καινούριους κατόχους τους. Για να νιώσουν κι αυτοί όμορφα.
Μέχρι και η μαμά της απόρησε που είδε τι είχε μαζέψει η Φωτεινή. Ανάμεσά τους ήταν και το ροζ πουλόβερ με το γούνινο γιακά που τόσο αγαπούσε. Η μαμά ήταν πολύ περήφανη για την κόρη της και της το είπε.
«Μαμά, πώς ξέρεις πάντα και τα κάνεις όλα σωστά;» τη ρώτησε η Φωτεινή.
«Άκουγα πάντα τη μαμά μου, μικρή μου! Άκουγα πάντα τη μαμά μου!» είπε η μαμά γελώντας.

© 2012-2024 Mothersblog.gr - All rights reserved