To παραμύθι της εβδομάδας: Δεσποινίς... ακαταστασία!

Η Αναστασία κοιταζόταν στον καθρέφτη. Είχε φορέσει ένα από τα φουστάνια της μαμάς της και της έφτανε ως το πάτωμα. Έτσι όπως ήταν μακρύ, θεωρούσε πως ήταν ένα «πριγκιπικό φουστάνι». Καμάρωνε πολύ!

Από την Πέγκυ Παπαδοπούλου

Είχε πάρει και τα ψηλοτάκουνα παπούτσια της μαμάς, που είναι η αλήθεια ότι της έπεφταν λίγο μεγάλα, και έκανε φιλότιμες προσπάθειες να στερεωθεί εκεί απάνω. Μια πριγκίπισσα δεν φορά αθλητικά παπούτσια, σωστά; Τώρα καμάρωνε περισσότερο, κι ας τραμπαλιζόταν μπρος – πίσω με κίνδυνο να σωριαστεί στο πάτωμα.
Η μαμά φυσικά ΔΕΝ ήταν στο σπίτι. Ήταν μόνο η μεγαλύτερη αδελφή της, που όμως πολύ λίγη σημασία της έδινε, καθώς ήταν όλη τη μέρα «καρφωμένη» τον ηλεκτρονικό της υπολογιστή. Διαφορετικά η Αναστασία δεν θα το έκανε αυτό. Όχι γιατί η μαμά της απαγόρευε να φορά τα φουστάνια της, άλλωστε είχε πολλά. Το θέμα όμως ήταν ότι η Αναστασία, όταν αποφάσιζε να παίξει την πριγκίπισσα, δημιουργούσε στο δωμάτιό της και στο δωμάτιο της μαμάς ένα χάος!

Είχε το κακό συνήθειο να τα δοκιμάζει όλα. Έβαζε το πράσινο, χόρευε λιγάκι γύρω από τον εαυτό της, δεν της άρεσε και πολύ, το έβγαζε κι έβαζε το κόκκινο. Και πάλι τα ίδια. Στο τέλος, τα φορέματα της μαμάς κατέληγαν να γίνουν ένα τσαλακωμένο βουναλάκι πάνω στο χαλί της, κι όταν η μαμά γύριζε έπρεπε να τα ξαναβάζει στην θέση τους, χώρια που μερικά ήθελαν ξανά σιδέρωμα.
Φυσικά, μια πριγκίπισσα, θα έπρεπε να έχει και το ανάλογο πέπλο στα μαλλιά. Τις περισσότερες φορές λοιπόν ΚΑΙ τα μαντήλια και οι πασμίν της μαμάς, συνόδευαν το παιχνίδι της. Και το βουναλάκι στο πάτωμα μεγάλωνε.
Η μεγάλη της αδελφή, η Νίνα, σημασία δεν έδινε σε όλο αυτό, εκτός από τις στιγμές που περίμεναν την άφιξη της μαμάς, οπότε την έπιαναν οι «μεγάλες προκοπές» της, και έβαζε την Αναστασία να μαζέψει όσο περισσότερα γινόταν. Αλλά η Αναστασία γρήγορα βαριόταν αυτή τη δουλειά και τα βουναλάκια παρέμεναν στην θέση τους.
Σε ό,τι έκανε όμως η Αναστασία, σχεδόν ποτέ μετά δεν τακτοποιούσε. Κι έτσι, πολύ σύντομα, κοντά στα φουστάνια της μαμάς, στρογγυλοκάθισαν και μερικές κούκλες της. Πολύ τις αγαπά τις κούκλες της, ιδίως αυτές που μοιάζουν με μωρά. Τις φροντίζει με πολύ προσοχή, χτενίζει απαλά και όμορφα τα μαλλάκια τους, τις ταΐζει και μερικές φορές τις κάνει μπάνιο. Για όλες αυτές τις φροντίδες φυσικά, έχει πάμπολλα μπιμπερό, σαλιάρες, πιπίλες, κοκαλάκια για τα μαλλιά, ρουχαλάκια, κουβερτούλες. Όταν τελειώνει η ώρα της περιποίησης των «μωρών» της, βαριέται να τα ξαναβάλει όλα αυτά στη θέση τους. Ξεκινά φυσικά να τακτοποιεί κάποια, αλλά σύντομα αφήνει τα υπόλοιπα όπου τύχει να βρίσκονται: στο κρεβάτι, στο κομοδίνο, στην καρέκλα της ή στο πάτωμα.

Αλλά, πιο πολύ από όλα τα παιχνίδια της, αγαπά το αυτοκινητάκι της. Της το έκανε δώρο η Νίνα πέρσι στα γενέθλιά της, και παρ' όλα που δεν είναι και το πιο τελευταίο μοντέλο της τεχνολογίας – γιατί τόσα χρήματα δεν είχε ο κουμπαράς της Νίνας-, νιώθει υπέροχα όταν το οδηγεί μέσα στο σπίτι ή στην βεράντα τους. Βάζει δίπλα της τον αρκούδο της τον Μπόμπι και κάνουν τρελές βόλτες! Όταν κουραστεί να ... «οδηγεί», πολύ απλά «παρκάρει» όπου την βολέψει: μπροστά στον καναπέ, κάτω από την τραπεζαρία ή πίσω από την πόρτα της εισόδου. Κι αμέσως μετά, πάει να βρει άλλο παιχνίδι να παίξει.
Η Νίνα, όλες αυτές τις ώρες του παιχνιδιού, της ρίχνει και μερικές ματιές, να δει αν είναι καλά ή αν θέλει τίποτε να φάει, μα φαίνεται πως κι αυτή δεν καταλαβαίνει πόσο απρόσεκτη και ακατάστατη είναι η αδελφή της, ή δεν την ενοχλεί. Πάντως, τις περισσότερες φορές, μαζεύουν όσα περισσότερα μπορούν, όταν ακούσουν το αυτοκίνητο της μαμάς να μπαίνει στο γκαράζ – όχι όμως ότι μπορούν να γίνουν και θαύματα!

Η μαμά τους φυσικά, γίνεται ... «θηρίο» με όλα αυτά που αντικρίζει μπαίνοντας στο σπίτι της, και συνήθως στρώνει και τις δύο στη δουλειά της τακτοποίησης, αν και πρέπει να πούμε ότι την πιο πολλή από αυτή τη δουλειά την κάνει σχεδόν μόνη της.
Σήμερα η μαμά έφτασε σπίτι πολύ καθυστερημένη από την δουλειά και πολύ κουρασμένη. Η Αναστασία ξέρει ότι, σε τέτοιες περιπτώσεις, η μαμά δεν έχει κουράγιο ούτε τις αταξίες της να ακούσει, ούτε τις δικαιολογίες της. Η Νίνα πάλι ... περιμένει ότι θα πέσει στο κεφάλι της η μεγαλύτερη κατσάδα, που δεν «πρόσεχε όσο έπρεπε» την μικρή της αδελφή, και που «αδιαφορεί για την κατάσταση στο σπίτι».
Αυτή τη φορά όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η μαμά είναι τόσο άσπρη στο πρόσωπο που μοιάζει με μια κόλλα χαρτί, και δε λέει τίποτε. Εντελώς τίποτε. Κάθεται μόνο στον καναπέ, και τρίβει τα κουρασμένα πόδια της. Τα μάτια της πλανιούνται σε όλο το σαλόνι, που έχει στοίβες βιβλία και περιοδικά ανακατεμένα πάνω στα τραπεζάκια, τα πιάτα με τα απομεινάρια του μεσημεριανού τους φαγητού πάνω στην τραπεζαρία κι ένα κουτί μισο-φαγωμένα μπισκότα ακριβώς δίπλα της, στον καναπέ. Δεν έκανε ούτε καν τον κόπο να πάει να δει τα δωμάτιά τους – κυρίως δηλαδή της Αναστασίας. Ήξερε τι χάλι θα έβρισκε κι εκεί – δεν ήταν άλλωστε η πρώτη φορά.
Η Νίνα πολύ φοβήθηκε με αυτή τη «διαφορετική μαμά» που ήρθε στο σπίτι απόψε. Καλύτερα να της έβαζε τις φωνές. Αυτή η ηρεμία της ... δεν της φαινόταν και πολύ καλή. Περίμενε μεγάλες φασαρίες.
Αλλά εδώ, έπεσε έξω.


«Δεν είναι συμπεριφορά για μικρές δεσποινίδες αυτή», τους είπε η μαμά με το πιο μελιστάλαχτο χαμόγελό της. «Και δεν ταιριάζει ούτε με την οικογένειά μας ούτε με τον τρόπο που σας έχω αναθρέψει». Τώρα η Νίνα με την Αναστασία κοιτάζονταν. «Σας έχω εξηγήσει πολλές φορές πως ο καθένας μας πρέπει να κάνει ότι μπορεί καλύτερο, ώστε να ζούμε αρμονικά μέσα σε αυτό το σπίτι. Αν νομίζετε λοιπόν πως είναι όμορφο, αρμονικό ή λειτουργικό, το να υπάρχουν σκορπισμένα παιχνίδια, βιβλία, ή και σκουπίδια ακόμη παντού, τότε δεν θα σας χαλάσω το χατίρι! Μπορείτε να τα αφήσετε όλα ακριβώς όπως είναι! Εγώ τουλάχιστον δεν πρόκειται να μαζέψω τίποτε!».
Και με αυτά τα λόγια, πήγε στο μπάνιο, έκανε ένα ντους, και μετά, κατ' ευθείαν στο κρεβάτι της. Χωρίς να τις μαλώσει. Χωρίς να σκύψει για να μαζέψει το οτιδήποτε. Χωρίς να πλύνει πιάτα. Αλλά και χωρίς εκείνες τις γλυκές αγκαλιές για καληνύχτα.
Τώρα και η Αναστασία έβρισκε πως δεν της άρεσε αυτή η αποψινή μαμά. Η μαμά της "σιωπής". Η μαμά που δεν τις πήρε αγκαλιά, που δεν έπαιξε μαζί τους, που δεν κάθισε να ακούσει το πώς πέρασαν τη μέρα τους. Δεν της άρεσε η μαμά που άφησε τα πάντα μέσα στη μέση και τους πέταξε απλά μια "καληνύχτα" στα βιαστικά. Τράβηξε τη μπλούζα της Νίνας.


«Γιατί η μαμά δεν έκανε τίποτε σήμερα;» της ρώτησε.
«Πρέπει να είναι πολύ κουρασμένη, γι' αυτό». Η Νίνα δεν ήξερε να πει γιατί όλα τα "μικρά" αδέλφια του κόσμου απευθύνονται στα μεγαλύτερα, νομίζοντας πως έχουν τις απαντήσεις για όλα τα θέματα!
«Κι άλλες φορές πάλι κουρασμένη είναι αλλά αυτή είναι η πρώτη φορά που δεν μας έδωσε καμία σημασία! Ούτε που μας μάλωσε!», επέμενε η Αναστασία.
«Ε, λοιπόν, ούτε κι εγώ ξέρω τι την έπιασε τη μαμά. Την είδα όμως πολύ ... πολύ ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΜΕΝΗ με το πώς ήταν το σπίτι όταν μπήκε. Κοίτα γύρω σου. Η μαμά όταν φεύγει το πρωί ποτέ δεν αφήνει όλα αυτά μέσα στη μέση». Η Νίνα ήξερε πως έπρεπε να κάνει τη μεγάλη, αλλά πολύ θα ήθελε να πήγαινε τρέχοντας να χωθεί στην αγκαλιά της μαμάς της και να την παρακαλέσει να γίνουν όλα όπως πριν.
«Νομίζω πως πρέπει να μαζέψω τα παιχνίδια μου», είπε η Αναστασία. «Χωρίς να το έχει δει, είμαι σίγουρη ότι ξέρει πως το δωμάτιό μου είναι χάλια! Μπορεί γι' αυτό να θύμωσε η μαμά!»
«Κι εγώ θα μαζέψω το σαλόνι και την κουζίνα. Έπρεπε να το είχα κάνει νωρίτερα κι όχι να παίζω παιχνίδια στον υπολογιστή μου!»
Οι δύο αδελφές έβαλαν τον καλύτερό τους εαυτό για να συμμαζέψουν. Η αλήθεια είναι πως δεν είχαν καταλάβει πόσο μεγάλη ακαταστασία είχαν δημιουργήσει όλη τη μέρα, και τους φάνηκε εξαιρετικά κουραστικό να μαζεύουν όλα αυτά που είχαν σκορπισμένα παντού. Τα φορέματα της μαμάς ευτυχώς δεν ήταν σε άσχημη κατάσταση, κι αν έμεναν στις κρεμάστρες όλο το βράδυ, τουλάχιστον ένα από αυτά θα μπορούσε να το φορέσει αύριο.


Στο τέλος, ζέσταναν ένα πιάτο φαγητό για τη μαμά και το έβαλαν στο μεγάλο δίσκο. «Καλύτερα να της τον πας εσύ, εμένα μπορεί να μου πέσει», είπε η Αναστασία, αν και δεν φοβόταν αυτό ακριβώς. Φοβόταν πως η μαμά θα την μάλωνε μόλις εμφανιζόταν μπροστά της.
Έτσι, η Νίνα, μαζεύοντας το κουράγιο της, άνοιξε λίγο την πόρτα της κρεβατοκάμαρας, τόσο δα ώστε να βλέπει μέσα με το ένα μάτι.
«Σου φέραμε κάτι να φας, μαμά», είπε πολύ σιγά, γιατί αν η μαμά κοιμόταν, δεν ήθελε να την ξυπνήσει.
«Ευχαριστώ, καλή μου». Η μαμά την κοιτούσε ήρεμα, κι αυτό της έδωσε θάρρος.
«Ξέρεις μαμά», είπε ακουμπώντας με προσοχή το δίσκο στο κομοδίνο, «τακτοποιήσαμε τα πάντα μέσα στο σπίτι, ως και τα παπούτσια βάλαμε στη θέση τους!» Η μαμά την κοιτούσε αλλά δεν της είπε τίποτε, ούτε καν ένα "μπράβο". Όσο η Νίνα ξεροκατάπινε προσπαθώντας κάτι να βρει να πει, η Αναστασία, που περίμενε πίσω από την πόρτα όλη αυτή την ώρα, πήγε τρέχοντας και κουλουριάστηκε δίπλα στη μαμά, στο μεγάλο κρεβάτι.
«Καταλάβαμε πως δεν έπρεπε να αφήσουμε όλες τις δουλειές να τις κάνεις εσύ!» της είπε με το πιο αθώο ύφος του κόσμου.
«Και πόσες φορές έπρεπε να σας το πω αυτό για να το καταλάβετε;»
«Απλώς ΠΑΙΖΟΥΜΕ μαμά!»
«Και πολύ καλά κάνετε και παίζετε! Όλα τα παιδιά παίζουν! Εγώ χαίρομαι πάρα πολύ που βρίσκετε κάτι να κάνετε – εκτός από το να χαζεύετε το κομπιούτερ δηλαδή – όλη τη μέρα που είστε κλεισμένες μέσα στο σπίτι. Με το παιχνίδι μπορείτε να μάθετε ένα σωρό πράγματα!» Η μαμά ήταν σχεδόν χαμογελαστή τώρα. «Μπορείτε να παίξετε με τα πάντα, αρκεί να είστε προσεκτικές για να μην χτυπήσετε, αυτό το έχουμε ξαναπεί. Και δεν με πειράζει αν φοράτε τα φουστάνια ή τα παπούτσια μου, ούτε αν γεμίζετε το σπίτι με παιχνίδια!»
«Και τότε ΤΙ ήταν αυτό που σε πείραξε τόσο πολύ που δεν μας πήρες ούτε μια αγκαλιά;», ρώτησε η Αναστασία. Το ίδιο θα ρωτούσε και η Νίνα.
«Με πείραξε το ότι περιμένατε εμένα για να συμμαζέψω, ενώ ξέρετε πόσο κουρασμένη είμαι και πόσα άλλα πράγματα έχω να κάνω. Με πείραξε που φερόσασταν σαν κακομαθημένα, ενώ είμαι σίγουρη πως δεν είναι καθόλου έτσι. Και με πείραξε που, όσες φορές κι αν σας τα έχω πει αυτά, εσείς κάθε φορά γίνεστε και χειρότερες! Μέσα σε ένα σπιτικό, πρέπει όλοι να βοηθάμε, όσο μπορούμε, για να περνάμε όλοι όμορφα. Δεν είναι καθόλου δίκαιο εσείς να περνάτε καλά κι εγώ να γίνομαι χίλια κομμάτια για να κάνω και τις δικές σας δουλειές. Άλλωστε στο μόνο πράγμα που σας έχω ζητήσει να με βοηθήσετε είναι ακριβώς αυτό, το να υπάρχει δηλαδή μια τάξη μέσα στο σπίτι μας, και να μπορούμε να απολαμβάνουμε μαζί ένα σωρό άλλα πράγματα!»


Τους τα έλεγε αυτά γλυκά μεν, αλλά η Νίνα ήξερε πως η μαμά είχε νευριάσει και στεναχωρηθεί αυτή τη φορά περισσότερο από όλες τις άλλες. Επίσης ένιωθε πως αν το ξανα-έκαναν, τότε σίγουρα θα τις τιμωρούσε αυστηρότερα. Κι αυτή, σαν "μεγάλη αδελφή", έπρεπε να φροντίσει να μάθει στην Αναστασία να είναι πιο τακτική, τουλάχιστον με τα πράγματά της.
«Πάντως εγώ άλλη φορά που θα κάνω την πριγκίπισσα, θα φοράω τα δικά μου φουστάνια κι όχι τα δικά σου!» δήλωσε η Αναστασία.
«Εσύ», της είπε η μαμά αγκαλιάζοντάς την με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο χάιδευε τα μαλλιά της Νίνας, «να φροντίσεις να βάλεις στη θέση τους όποια φουστάνια φορέσεις, είτε δικά μου είναι αυτά είτε δικά σου! Διαφορετικά ... την επόμενη φορά που θα δω χάλια το δωμάτιό σου, θα πάψω να σε φωνάζω Αναστασία!». Η μαμά είχε ξαναγίνει η μαμά που ήξεραν.
«Και πώς θα με φωνάζεις;»
«Θα σε φωνάζω ... α-κα-τα-στα-σία! Γιατί, πραγματικά, μια σκέτη ακαταστασία είσαι!»
«Ακαταστασία!» τη φώναξε η Νίνα, πειράζοντάς τη. Ήξεραν όμως ότι η Αναστασία μάλλον δεν θα τους έδινε ποτέ το δικαίωμα να της κολλήσουν αυτό το παρατσούκλι. Από αύριο σίγουρα θα τακτοποιούσε και το παραμικρό! Δεν ήθελε με κανένα τρόπο να χάσει για πάντα τις αγκαλιές της μαμάς!

© 2012-2024 Mothersblog.gr - All rights reserved