Το παραμύθι της εβδομάδας! Ανακατωσούρα ή … φιλοξενία;

Πολύ ωραία! Ο Παντελής ήταν πολύ χαρούμενος. Θα έρχονταν τα ξαδέλφια του να μείνουν μαζί τους για λίγες μέρες. Αυτός θα ήθελε για πολλές ημέρες. Τα δίδυμα ήταν μια καταπληκτική παρέα!

Το παραμύθι της εβδομάδας! Ανακατωσούρα ή … φιλοξενία;
Desktop
Desktop
Desktop
Desktop
Desktop
Desktop
Desktop
Desktop

Από την Πέγκυ Παπαδοπούλου
Ο αδελφός του ο Στέλιος όμως, είχε εντελώς διαφορετική άποψη. «Που θα κουβαληθούνε τώρα και θα κοιμόμαστε όοοολοι μαζί, και οι τέσσερεις, στο δωμάτιό μας. Που λες και δεν με έφτανε ένας αδελφός ακατάστατος και φασαριόζος, πρέπει να έχω και άλλους δύο, ακόμη μικρότερους! Που θα μου πειράζουν τα πράγματα όλη την ώρα;»
Κι έτσι ο ένας ήταν χαρούμενος κι ο άλλος λυπημένος.
«Λοιπόν, παιδιά», είπε η μαμά την προηγούμενη μέρα από αυτήν της άφιξης των φιλοξενούμενων, «όπως σας έχω ήδη πει, η θεία Ιωάννα και ο θείος Βαγγέλης θα έρθουν να μείνουν μαζί μας, και με τα δίδυμα, για τέσσερεις μέρες. Θα φτάσουν αύριο το πρωί, την ώρα που θα είστε στο σχολείο, οπότε σας παρακαλώ, πριν φύγετε, να έχετε στρώσει τα κρεβάτια σας και να τακτοποιήσετε το δωμάτιό σας!»
Ο Παντελής στραβομουτσούνιασε. Γιατί πάντα αυτός ήταν που άφηνε τα ρούχα του μέσα στη μέση, τα παπούτσια του πάνω στην εγκυκλοπαίδεια και τα στρωσίδια του κουβάρι. Αλλά, αφού θα έρχονταν τα δίδυμα, χαλάλι! Θα έκανε τα πάντα τέλεια!

Ο Στέλιος ρώτησε: «και πότε είπαμε ότι φεύγουν;»
«Καημένε μου, ακόμη δεν ήρθαν κι εσύ θέλεις να τους διώξεις;» ρώτησε λίγο περιπαικτικά η μαμά.
«Όχι, εγώ δεν ήθελα να έρθουν καν!»
«Τι είναι αυτά που λες; Είναι η οικογένειά μας! Όταν δηλαδή εμείς πάμε στο νησί κάθε καλοκαίρι μια βδομάδα και κάνουμε τα μπάνια μας, και λιαζόμαστε στην αυλή τους, και μας κάνουν γλέντια και τραπεζώματα, καλά είναι; Τώρα που πρέπει να τους φιλοξενήσουμε εμείς πώς μπορείς και λες τέτοια πράγματα;» Η μαμά είχε αρχίσει να θυμώνει. Ο μεγάλος γιος της ήταν πάντα "παράξενος". Δεν ενοχλούσε αλήθεια κανέναν, αλλά δεν ήθελε να τον ενοχλούν κι οι άλλοι. Ήταν πάντα μαζεμένος, υπομονετικός, συγκεντρωμένος σε αυτό που μελετά ή σε αυτό που κάνει. Και τελικά, ίσως είχε αρχίσει να γίνεται και μονόχνοτος.
«Εμείς πάμε εκεί γιατί έχουν το παλιό σπίτι του παππού, που μπορεί να είναι παλιό έχει όμως τρεις ορόφους, ο καθένας έχει το δωμάτιό του, η αυλή είναι τεράστια, το ίδιο και η κουζίνα, και χωράμε άνετα! Το δικό μας σπίτι όμως έχει μόνο δυο δωμάτια, τα δίδυμα θα κοιμούνται μαζί μας, εμένα με βλέπω σίγουρα σε ράντζο δηλαδή, κι εσύ κι ο μπαμπάς θα κοιμηθείτε στους καναπέδες για να παραχωρήσετε το κρεβάτι σας στην θεία και στον θείο. Είναι το ίδιο;»

«Ξεροκέφαλος. Μονόχνοτος και ξεροκέφαλος. Και κοντεύεις να γίνεις και αγενής!» Η μαμά είχε πράγματι νευριάσει με το μεγάλο της γιο. Ο μικρός είχε προλάβει να εξαφανιστεί από κοντά τους. «Αν θες να ξέρεις, λέει μια παροιμία "χίλιοι καλοί χωράνε" και σημαίνει πως είναι όμορφο πράγμα να μοιράζεσαι το σπίτι σου, το τραπέζι σου, το κρεβάτι σου, με τους ανθρώπους που θεωρείς καλούς και που τους αγαπάς και σε αγαπάνε! Ειδικά με ΑΥΤΟΥΣ τους ανθρώπους, είμαστε τόσο πολύ δεμένοι και περνάμε πάντα καλά μαζί, τι σε έπιασε τώρα; Γιατί γίνεσαι ανάποδος για λίγες ημέρες φιλοξενίας; Αν βάλουμε όλοι ένα χεράκι, ούτε που θα το καταλάβουμε ότι στριμωχνόμαστε.»
«Όχι, μαμά, δεν είμαι ανάποδος, είμαι απλώς πρακτικός. Εγώ το βλέπω όλο αυτό σαν μια τεράστια ανακατωσούρα, έστω κι αν εσύ θες να το ονομάζεις φιλοξενία. Ότι θα σε βοηθήσω, φυσικά και θα το κάνω, αλλά να ξέρεις πως δεν θα είναι εύκολη η ζωή μας εδώ μέσα τις επόμενες τέσσερεις ημέρες και πολύ περισσότερο η δική σου, μια και από τα χέρια σου περνάνε όλα!»
«Είμαι σίγουρη ότι κι εκείνοι θα κάνουν ό,τι μπορούν για να μην μας ενοχλήσουν πολύ. Ο Θείος Βαγγέλης ούτως ή άλλως θα λείπει όλη μέρα για τις δουλειές του και η θεία θα παίρνει τα δίδυμα για βόλτα στην Αθήνα, για να την γνωρίσουν. Ούτε που θα καταλάβουμε την παρουσία τους καθόλου....» Η μαμά έληξε την συζήτηση για δυο λόγους: ο ένας ήταν ότι δεν ήθελε να καβγαδίσει με τον Στέλιο και ο άλλος γιατί κατά βάθος ήξερε πως ο μεγάλος της γιος μάλλον είχε δίκιο σε μερικά πράγματα.

Κι αυτό αποδείχτηκε από την πρώτη στιγμή. Μετά τα "καλωσορίσματα" και τα τραταρίσματα, οι δύο γυναίκες καταπιάστηκαν να βάλουν σε τάξη τα μπαγκάζια. Έτσι, τα ρούχα των φιλοξενούμενων στοιβάχτηκαν στη ντουλάπα των παιδιών, η οποία όπως όλοι παραδέχονταν ήταν μικρή αλλά με λίγη καλή θέληση και άφθονο ζούληγμα τελικώς χώρεσαν, τα παπούτσια όλων παρατάχτηκαν στον διάδρομο που τώρα στένεψε περισσότερο λες και δεν ήταν ήδη στενός, και οι δύο μεγάλες βαλίτσες στέκονταν καμαρωτές μπροστά στην μπαλκονόπορτα του σαλονιού, που φυσικά δεν θα ήταν εύκολο πράγμα ούτε να ανοίξει ούτε να κλείσει τις επόμενες τέσσερεις ημέρες. Τελευταία μπήκαν τα δύο ράντζα στο δωμάτιο των παιδιών, παραταγμένα το ένα δίπλα στο άλλο σαν στρατιωτάκια.
Έτσι ακριβώς βρήκαν τα πράγματα ο Στέλιος με τον Παντελή όταν γύρισαν από το σχολείο. Ο Παντελής έπρεπε να πατήσει πάνω σε ένα κρεβάτι και δύο ράντζα μέχρι να φτάσει στο δικό του κρεβάτι. Κι αυτό γιατί εκεί πάνω, στο κρεβάτι του, θα έπρεπε να βρει τρόπο για να μελετήσει. Ευτυχώς, ερχόταν Σαββατοκύριακο και οι ώρες μελέτης στο διαθέσιμο ένα και μοναδικό γραφείο, θα μοιράζονταν ικανοποιητικά για τα δύο αδέλφια. Ο Παντελής γρήγορα ανακάλυψε πως έτσι όπως ήταν τα κρεβάτια ολονών κολλητά, θα μπορούσαν να τα μετατρέψουν σε ένα τεράστιο πεδίο παιχνιδιού. Στο γαλάζιο σεντόνι θα ήταν η θάλασσα και εκεί έβαλε το πειρατικό του καράβι. Το πράσινο σεντόνι ήταν το νησί του θησαυρού, κι εκεί αράδιασε ό,τι εκείνος θεωρούσε θησαυρό. Συν τα ζώα του. Νησί χωρίς ζώα δεν γίνεται, σωστά; Τα δίδυμα και ο Παντελής πανηγύριζαν. Ήταν ευτυχείς.

Ενώ ο Στέλιος ήταν μόλις ένα βήμα πριν την απελπισία. Πού ήταν θαμμένο το κομπιούτερ του; Τα σι-ντί του; Πώς θα μπορούσε να διαβάσει το βράδυ το αγαπημένο του βιβλίο; Θα έκανε ένα ντους να ηρεμήσει.... Μπα! Κάποιος άλλος ήταν ήδη στο μπάνιο .... Άστο για μετά. Έβλεπε τα δίδυμα να παίζουν μαξιλαρο-πόλεμο με τον Παντελή στα κρεβάτια, πάνω στα άρματα μάχης, τα στρατιωτάκια, τους πειρατές κι ένα σωρό άλλα πράγματα. Πολύ θα ήθελε να βάλει τις φωνές. Ή τα κλάματα. Εδώ δεν τους αντέχει μισή ώρα, θα τους αντέξει τέσσερεις μέρες;
Η κατάσταση στο υπόλοιπο σπίτι δεν ήταν όμως τόσο άσχημη. Ε, όσο να πεις, οι μεγάλοι είναι πιο προσεκτικοί. Στην ώρα του φαγητού δε, ο Στέλιος δεν μπόρεσε να μην πάρει μέρος στην υπέροχη, σχεδόν γιορταστική ατμόσφαιρα που δημιούργησε ο θείος του, καθώς τους έλεγε όλα τα νέα του νησιού, κάνοντας τις απαραίτητες μιμήσεις και γκριμάτσες. Με τη μια ιστορία και την άλλη, η ώρα πέρασε πολύ γρήγορα και στο τέλος όλοι, μικροί και μεγάλοι έπεσαν στα κρεβάτια τους ξεροί από την κούραση.
Κι οι επόμενες τρεις μέρες πέρασαν στους ίδιους ακατάστατους και φρενήρης ρυθμούς. Τα πήγαινε κι έλα του θείου για τις δουλειές του και των διδύμων για εξερεύνηση της γειτονιάς και της ευρύτερης περιοχής της πόλης τους, ήταν τα μόνα διαλείμματα ηρεμίας που μπορούσε να απολαύσει. Το ίδιο και η μαμά φυσικά. Που μερικές φορές τον κοιτούσε με νόημα σα να του έλεγε : «πόσο δίκιο είχες αγόρι μου». Την έβλεπε πόσο κουραζόταν να μαγειρεύει και να φροντίζει για όλους, κι έτρεχε να την βοηθήσει.

«Παντελή! Έλα να βάλεις ένα χεράκι στο σκούπισμα των πιάτων!» Φώναζε και στο μικρό αδελφό. Δεν γινόταν αλλιώς. Ο μπαμπάς το πρωί είχε καθαρίσει ένα βουνό πατάτες για το μεσημεριανό φαγητό, κι άλλο ένα τόσο μεγάλο βουνό πορτοκάλια τους το είχε στύψει πορτοκαλάδες. Η γιαγιά, που είχε έρθει να τους δει, κουβάλησε κι ένα ταψί πίτα, τάχαμου για τα καλωσορίσματα αλλά ο Στέλιος κατάλαβε πως προσπαθούσε κι αυτή να βοηθήσει. Το ίδιο και η κυρία Ευφημία, η φίλη της μαμάς. Που φυσικά ήρθε να γνωρίσει τους συγγενείς – για να μπορούν μετά να κουτσομπολεύουν με την ησυχία τους με τη μαμά. Η κυρία Ευφημία ήρθε με ένα ταψί μπακλαβά. Για τα καλωσορίσματα κι αυτός. Ως το βράδυ δεν υπήρχε ούτε μια στάλα σιρόπι. Προς το απόγευμα έσκασε μύτη και η θεία Νόνη, η άλλη ξαδέλφη, που ... "είχε χρόνια να τους δει τους νησιώτες" και τους φιλούσε και τους σταύρωνε όλους "καλέ πώς μεγαλώσανε τα δίδυμα; Από τη βάφτισή τους έχω να τα διω", έλεγε με την τραγουδιστή της προφορά. Και έφερε εκείνα τα υπέροχα τρίγωνα τυροπιτάκια της, με τη μυζήθρα και τον άνηθο, που μπορούσες να φας ένα καζάνι από δαύτα και να μην τα χορτάσεις. Για τα καλωσορίσματα. Όλα τα παιδιά ήταν συνεχώς μπουκωμένα.
«Δε με φτάνανε οι φιλοξενούμενοι, έχω και τους επισκέπτες!» είπε η μαμά του ξεθεωμένη κάποια στιγμή.

«Να δεις μαμά .... Μέχρι τα τώρα είχαμε τα καλωσορίσματα, ε, την Δευτέρα θα έχουμε τα αποχαιρετιστήρια !» ο Στέλιος είχε αρχίσει να γελάει. Η μαμά του τον κοίταξε. Αυτός είναι ο μονόχνοτος γιος της; Συνειδητοποίησε πως ο Στέλιος φορούσε το καλό του χαμόγελο ολημερίς και ιδίως κάθε που χτύπαγε το κουδούνι και κατέφθανε επισκέπτης – με τα χέρια γεμάτα. Παρά την κούρασή της, η μαμά άρχισε να γελάει μαζί του.
«Για φαντάσου! Αυτό δεν το είχαμε υπολογίσει καθόλου!»
«Να σου πω μαμά, εσύ θα έπρεπε να το περιμένεις. Όλοι ήξεραν για την άφιξη του θείου και της θείας, το συζητούσαμε μέρες πριν. Κι όλα τα χρόνια που πάμε στο νησί, όλο γι' αυτούς μιλάμε όταν γυρίζουμε. Ε, δεν θα ήθελαν να τους γνωρίσουν;»
«Περιμένουμε κανέναν άλλον;» Η μαμά εξακολουθούσε να γελάει. «Σκέψου τι ήσυχο θα είναι το σπίτι μας σε δυο μέρες από τώρα. Θα πέφτει κλωστή στο πάτωμα και θα ακούγεται!», του έλεγε κι έγερνε κουρασμένη στον καναπέ δίπλα του.
«Οι δυο μέρες είναι ακόμη μακριά μαμά».
«Φυσικά. Αλλά, πού θα πάνε, θα περάσουν!»

Πέρασαν. Και παρά τα όσα κλαιγόταν πως είχε τραβήξει ο Στέλιος από τα "μικρά" – στα οποία συμπεριλάμβανε και τον αδελφό του - , όταν ήρθε η ώρα που άνοιξε η πόρτα του σπιτιού για να φύγουν στην πραγματικότητα πια, ήταν κάπως ... στεναχωρημένος. Είχε συνηθίσει πια να κάθονται στο τραπέζι οκτώ άνθρωποι, πρωί, μεσημέρι, βράδυ. Να διαβάζει παραμύθια στα δίδυμα πριν τον ύπνο, αντί για το δικό του βιβλίο – να θυμηθώ να ψάξω να το βρω, είπε μέσα του. Είχε συνηθίσει το κάθε γεύμα να κρατά ένα δίωρο, με διηγήσεις και ανέκδοτα και πειράγματα. Να σηκώνεται κάθε μια ώρα από τον καναπέ για να ανοίξει την πόρτα. Καλωσορίσματα ή αποχαιρετιστήρια. Να μπουκώνεται με λιχουδιές που, σε κανονικές συνθήκες, δεν θα είχαν διαβεί το κατώφλι του σπιτιού του. Να κοιμάται και να ακούει τις ανάσες των διδύμων πλάι στο αυτί του. Να βλέπουν τηλεόραση κουβαριασμένοι και οι τέσσερεις στον καναπέ. Σκεπασμένοι με την ίδια κουβέρτα.
Δεν ήταν "κάπως" στεναχωρημένος. Ήταν ΠΟΛΥ στεναχωρημένος.
«Άντε, θα τα πούμε πια το καλοκαίρι που θα μας έρθετε!» Ο θείος Βαγγέλης προσπαθούσε να βάλει στο ασανσέρ τις δυο μεγάλες βαλίτσες, καμιά δεκαριά σακούλες με δώρα και πεσκέσια, τη θεία και τα δίδυμα. Αυτό πια, ΑΝ το κατάφερνε, θα ήταν κατόρθωμα! Έναν έβαζε στο ασανσέρ, ένας άλλος έβγαινε να δώσει ένα ακόμη φιλί. Μια τσάντα στρίμωχνε, μια άλλη έπεφτε κάτω και φτου κι από την αρχή. Μεγάλος σαματάς γινόταν. Πολύ καλά έκανε ο σαματάς. Γιατί όλοι ήταν στεναχωρημένοι λιγάκι με τον αποχωρισμό αυτό. Το ότι θα ξαναβρίσκονταν το καλοκαίρι, δεν τους παρηγορούσε και πολύ τώρα δα.

Με τα πολλά έφυγαν. Η μαμά έκλεισε πίσω τους την πόρτα και τους σταύρωνε "καλό δρόμο να' χουνε". Εκείνη η ησυχία, που περίμεναν με τόση λαχτάρα, τρύπωσε με φόρα στο σπίτι τους. Κι ήταν αυτή η ησυχία πιο εκκωφαντική από τα κλάματα των διδύμων, πιο κραυγαλέα κι από τους καβγάδες τους.
Ο Στέλιος, ο Παντελής και η μαμά κοιτάχτηκαν. Η απόλυτη ησυχία έκανε και τις ανάσες τους να ακούγονται δυνατά.
«Μείναμε μόνοι μας!» είπε ο Παντελής
«Καιρός να αποκαταστήσω το δωμάτιό σας στην προηγούμενη μορφή του, να έχετε τα κρεβάτια σας και τα γραφεία σας όπως πριν», είπε η μαμά.
«Δεν μου αρέσει αυτή η ησυχία μαμά!», είπε ο Στέλιος. «Μου λείπουν ήδη! Μου λείπει η ανακατωσούρα τους. Και οι φωνές και τα χάχανα».
Παντελής και μαμά τον κοίταξαν άφωνοι. Ο λιγάκι παράξενος, ελαφρώς ιδιότροπος και αρκετά μονόχνοτος μεγάλος γιος μάλλον κάτι είχε πάθει για να τα λέει αυτά!
«Τι με κοιτάτε έτσι; Μπορεί να κουραστήκαμε, αλλά νομίζω πως περάσαμε πολύ ωραία τελικά! Και, μαμά, είχες δίκιο. Είναι πολύ όμορφο πράγμα να φιλοξενείς τους δικούς σου, τους αγαπημένους σου ανθρώπους. Να περνάς μαζί τους όμορφες στιγμές, που τις θυμάσαι χρόνια μετά. Να τους φροντίζεις. Να λαχταράς να τους ξαναδείς. Ανακατωσούρα ή όχι, η φιλοξενία πάντως είναι πολύ όμορφο πράγμα!»

© 2012-2024 Mothersblog.gr - All rights reserved